Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Βραδιά Καντάδας...

...στην Άνω Πόλη. 
Όπου 80αρηδες και 20άρηδες τραγουδούν παρέα: 
"ο κόσμος είναι ψέμα, είναι ένα όνειρο απατηλό."

Τους αγαπώ τους μεγαλους ανθρώπους. 
Ειδικά αυτούς που είναι ζωντανοί, 
που είναι δημιουργικοί.
Στην πλατεια βλέπεις παππούδες με τα άσπρα, 
γιαγιάδες με μαντήλια στο λαιμό, πορτοκαλί και μπλε. 
Ντύθηκαν, έβαλαν τα καλά τους και ήρθαν να μας κάνουν παρέα.
Στην πλατεία. 
Με φόντο το μεγάλο πλατάνι και το μικρό.
Χαμογελάω. 
Κοιτώ τα πιτσιρίκια που παίζουν
και χορεύουν στην μέση της πλατείας και 
θυμάμαι παρόμοιες ξέγνοιαστες στιγμές που είχα σαν παιδί.
Τότε που το μόνο που μ'ένοιαζε ήταν να μην τελειώσει η βραδιά,
να είμαι με τους φίλους μου όσο πιο πολύ μπορώ...
Να που κάποια πράγματα μένουν ίδια...
οι ώρες με τους φίλους δεν θες να τελειώσουν ποτέ. 
Κι ας μη είσαι πια 4 χρονών, 
ας μην έχεις μοναδικό σου άγχος τον ύπνο τον βραδυνό.

Και βλέπω και τους παππούδες, στητούς, περήφανους και περιποιημένους.
Δεν μπορώ να μην σκεφτώ τη στιγμή που ετοιμάζονταν στο σπίτι.
Μπροστά στον καθρέφτη οι κύριοι να χτενίζουν τα λιγοστά μαλλιά 
και οι κυρίες να βάζουν λακ. 
Και να φτιάχνουν το γνωστό σε όλους μας φουντωτό-θάμνο-κεφάλι.

Θυμάμαι τον παππού μου να ετοιμάζεται να βγει βόλτα...
Τότε, πριν 1000 χρόνια.... 
Φώναζε τη γιαγιά να τον βοηθήσει να περάσει τη ζώνη. 
Κι όλο τσατιζόταν αν το παντελόνι είχε παραπάνω τσάκες. 
Κι όλο χτένιζε τα μαλλιά του και φορούσε το κόκκινο γιλέκο. 
Και μετά με τη γιαγιά, βόλτα στο πάρκο.

Έτσι κι εδώ βλέπω ζευγάρια που κρατιούνται χέρι χέρι και τραγουδούν
με κείνον τον κελαρυστό τρόπο, 
τον παλιό.
Και μεταφέρομαι σε μια άλλη εποχή,
παρατηρητής. 
Και βλέπω τον πρώτο έρωτα και βλέπω τότε που δεν ξέραν ο ένας τον άλλον.
Και βλέπω τώρα, ακόμη να κρατιούνται από το χέρι κι ας έχουν μαλώσει τόσες φορές,
κι ας μίσησαν ο ένας τον άλλον τόσο πολύ. 
Κάθονται δίπλα δίπλα και μοιράζονται το πορτοκαλί μαντήλι της κυρίας,
σκεπάζουν κι οι δυό τους ώμους τους γιατί έχει ψύχρα... 
Κι εγώ κάθομαι και τραγουδάω τα τραγούδια τους,
τους αγαπάω και τους χαμογελώ.
Η κυρία δίπλα μου έχει πολύ ωραία φωνή.
Της το λέω. Μου χαϊδευει τα μαλλιά.
Μου χαμογελάει και συνεχίζει το τραγούδι.
"Πότε θ'ανοίξουμε μια πόρτα στην καρδιά μας;"


Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Αγέρα να'σαι τιμωρός, Να'σαι και παιχνιδιάρης.

Φαίνεται σίγουρη για τον εαυτό της και αρκετά ανεξάρτητη η Πακίτα Γκαλιέγο.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, μια μέρα, επισκέφθηκε τους γονείς του, οι οποίοι έβλεπαν ένα Μεξικάνικο ή Βραξιλιάνικο σήριαλ στην τηλεόραση και απορροφημένοι καθώς ήταν, με το ζόρι του είπαν καλησπέρα.
Η Πακίτα Γκαλιέγο είναι ηρωίδα μιας τέτοιας τηλεοπτικής σειράς και  είναι σίγουρη για τον εαυτό της. Επιπλεόν, είναι η αφορμή που γέννησε αυτό το τραγούδι.
"Και το νερό το κρύσταλλο, να ρέει απ'τις οθόνες".


Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

δεν με πιάνει ύπνος...Αύριο έιναι η τελευταία μου μέρα στη σχολή..τα τελευταία μου δύο μαθήματα...Μετά φυσικά έρχονται οι εξετάσεις αλλά στην ουσία τελείωσε. Νιώθω περίεργα , μουδιασμένη. Δεν είναι το άγχος για μετά...είναι ότι αυτά τα 4 χρόνια, διήρκεσαν μόνο 4 ώρες. Πότε μπήκα, πότε βγαίνω..... Δεν είναι ούτε η φοιτητική ζωή (ποιά φοιτητική;) που θα μου λείψει...είναι τα μαθήματα, είναι ο ενθουσιασμός, είναι η ευτυχία εκείνη που νιώθω συχνά όταν κάθομαι στο έδρανο...Είναι ο κύκλος που κλείνει...αύριο.


Πώς θα φύγω αύριο/....αυτό φοβάμαι. Όταν στις 15.00 το μεσημέρι θα πρέπει να φύγω. Που θα πάω; Θα πάρω τους δρόμους για να το χωνέψω... Αυτό ήταν, πάει, τελείωσε

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Πανελλαδικές;;;;

Με αφορμή το κείμενο της Μαρίας, που έδωσε αφορμή στο κείμενο της Παναγιώτας,
που έδωσε αφορμή σε εμένα....θυμήθηκα κι εγώ τις πανελλαδικές εξετάσεις μου!

Η πιο χαρούμενη περίοδος εκείνης της χρονιάς. Επιτέλους μπορούσα να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ, να βγω βόλτες. (μικρές).

Πιο έντονα θυμάμαι:

Την πρώτη μέρα, τότε που δίναμε Έκθεση κι  έπρεπε να πάμε πιο νωρίς στο σχολείο... Εγώ ξύπνησα ακόμη πιο νωρίς κι έκανα πάρτυ! Στην κουζίνα κάθονταν χαμογελαστά (αν και αγχωμένα) πρόσωπα και ακούσαμε παρέα όλο το δίσκο του Γιώργου Μιχαήλ "Της γης ο μουσαφίρης". Σε τρελά κέφια λοιπόν, ντύθηκα και πήγα στο σχολείο! Εκεί κάθισα μόνη σε μια γωνιά για να μπορέσω να παραμείνω άνετη και ψύχραιμη. Συνέχιζα να ακούω μουσική στα ακουστικά μου (Σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ!) Όντως όταν ήρθαν τα θέματα....ένιωσα ακόμη μεγαλύτερη ανακούφιση...κάθισα κι έγραψα 17.800! Και είμαι σίγουρη ότι ένα μικρό, αγουροξυπνημένο ξωτικό με βοήθησε σ'αυτό.

Ήταν σχεδόν 7 χρονών. Την είχα προειδοποιήσει αποβραδίς ότι το πρωί θα την ξυπνήσω να μου πει "καλή επιτυχία." Μπήκα μέσα. Πλησίασα το πρόσωπό της. Της έδωσα φιλί. Εκείνη άνοιξε τα μάτια.

-Πάω να δώσω εξετάσεις. Τι λέμε;, τη ρώτησα.
-Εεε, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ; με ρώτησε αθώα.
Γέλασα, πήρα μαζί μου το καλύτερο γούρι και έφυγα πετώντας.


Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Δεν ξέρω το γιατί....

O κύριος Σαρδέλης ψαράς απ'το Πλωμάρι, έτρωγε τα λέπια, πέταγε το ψάρι.
Ο θείος Παναής, έμενε στο Γουδί, έτρωγε το ποτήρι, πετούσε το κρασί.
Μία από τις ξαδέρφες μου που έμενε στην Άρτα,έτρωγε το χαρτί κι όχι τη σοκολάτα.
Και ένας άλλος κύριος απ'το Βαρθολομιό,έτρωγε τα τσοφλια και πέταγε τ'αυγό.

Πολλοί απ'τους ανθρώπους, δεν ξέρω το γιατί,
τρώνε μόνο τη φλούδα, πετάνε τη ζωή!


Τζιάνι Ροντάρι-Τι έξυπνοι άνθρωποι-
(από το ανθολόγιο του νηπιαγωγείου)

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

στον άλλο κήπο...

Παίζαμε με την Τατιάνα στην αυλή, στο σπίτι των παπούδων της. Μεγάλο σπίτι, εξοχικό. Με δύο κτίσματα και δύο αυλές. Η μία μυστική. Δεν μας άφηναν να πάμε εκεί... Δεν ξέραμε γιατί. Και τότε η ρημάδα η φαντασία κάλπαζε και σκεφτόμασταν πως σ'εκείνο τον κήπο, τον άλλο κήπο όπως τον λέγαμε, μένουν ξωτικά και νεράϊδες και γι'αυτό δεν μας αφήνουν να πάμε. Και όσο δεν μας άφηναν, τόσο εμείς  θέλαμε να τον επισκεφτούμε.
Και ένα απόγευμα, μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, πήραμε την μεγάλη απόφαση. Ο παππούς της Τατιάνας έλειπε. Πιαστήκαμε από το χέρι σφιχτά και με την ψυχή μας να χοροπηδάει από το φόβο, πήγαμε.... Δεν ξέραμε τι μας φόβιζε πιο πολύ, η παραβίαση του κανόνα ή το τι θα συναντούσαμε εκεί?
Μυρωδιές. Νυχτολούλουδο που μόλις ανθίζει και άλλα φυτά που δεν τα αναγνώριζα τότε... Περάσαμε μέσα από τα φυλλώματά τους, βρίκαμε τις μικρές πέτρες που σχημάτιζαν ένα μονοπάτι. Στρόγγυλες, βαλμένες όμορφα στο χώμα.
Δεν μιλούσαμε, απλά κοιτούσαμε.
Και ξαφνικά... Τον είδαμε...
Τον νάνο του παραμυθιού. Ξεθωριασμένο. Το κόκκινο χρώμα του σκούφου είχε γίνει ροζ.
Όμως για μας ήταν το πρώτο σημάδι πως κάτι περίεργο ζει στον κήπο. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Ήμασταν σίγουρες.

Και μετά, μεγάλα μανιτάρια κι αυτά ξεθωριασμένα. Παλιά. Που όμως φώτιζαν τώρα που έπεσε το σκοτάδι. Με ένα φως κοκκινωπό, αχνό. 'Αλλο ένα σημάδι.  Αλλιώς γιατί να έχει φως σ΄έναν άδειο κήπο?


Εδώ η μνήμη μου με απατά. Δεν θυμάμαι αν μας έπιασαν, δεν θυμαμαι αν ξαναπήγαμε στον κήπο.... Θυμάμαι πάντα όμως αυτήν την αίσθηση,  της αταξίας και του μεθυστικού φόβου. Μπουυυ!